Εκλογές πλησιάζουν, ας γράψουμε και κάτι εκλογικώτερον, αναλογικώτερον, αλλά και λογικώτερον...
Το ισχύον εκλογικό δίκαιο (κωδικοποιητικό π.δ. 96/2007) προβλέπει ένα εκλογικό σύστημα, το οποίο χάριν κοσμιότητος αποκαλείται συνήθως «ενισχυμένη αναλογική» στα εγχειρίδια Συνταγματικού Δικαίου. Στην πραγματικότητα βέβαια υπάρχει λίγη αναλογική και πολλή ενίσχυση του πρώτου κόμματος βεβαίως βεβαίως, το οποίο με την περίφημη διάταξη του άρ. 99 παρ. 3 προικίζεται, ούτε λίγο ούτε πολύ με 40 έδρες που αναλογούν σε ψήφους πολιτών που ψήφισαν άλλα κόμματα. 40 επί 300 εδρών λοιπόν σημαίνει κατά 13,3% φαλκίδευση της ισότητας της ψήφου. Ή: Όλων οι ψήφοι είναι ίσες, αλλά των ψηφοφόρων του πρώτου κόμματος κατά 13,3% πιο ίσες...
Αυτή η καταφανής νόθευση, ίνα μή τι χείρον είπω, της συνταγματικής αρχής της ισότητας της ψήφου, επιχειρείται να δικαιολογηθῄ διττώς: είτε συνεπειοκρατικά (η απλή αναλογική θα βάλῃ τον Καρατζαφέρη στην Βουλή, θα κατακερματίσῃ τις πολιτικές δυνάμεις, θα φέρῃ αστάθεια, δίνει υπερβολικά μεγάλη δύναμη στο τρίτο κόμμα, δεν είμαστε αρκετά ώριμοι κ.λπ.) είτε με την επίκληση της περίφημης κυβερνητικής ευστάθειας. Θα ασχοληθώ λίγο, όσο της αξίζει, με την τελευταία.
Η κυβερνητική σταθερότητα ανάγεται από ωρισμένους σχολιαστές σε συνταγματική αρχή, ίσης περίπου περιωπής με την αρχή της ισότητας της ψήφου. Πολλού γε και δει: από τα άρ. 81 επ. Συντ. προκύπτει το πολύ η συνταγματική υποχρέωση ύπαρξης κάποιας κυβέρνησης, όχι όμως η ύπαρξη μιας σταθερής κυβέρνησης. Κυβέρνηση πρέπει να υπάρχῃ ακόμα και όταν η Βουλή έχῃ διαλυθεί, αλλά πέραν τούτου ουδέν. Στο κάτω κάτω της γραφής τα εκλογικά συστήματα της ενισχυμένης κατ’ επίφασιν αναλογικής παρήγαγαν κυβερνήσεις τόσο ευσταθείς ώστε να οδηγούν την χώρα σε πρόωρες εκλογές επί μονίμου βάσεως. Ίσως θα έπρεπε να ασχολούμαστε πιο πολύ συνεπώς με την σταθερότητα των Βουλών μας και όχι με την σταθερότητα των κυβερνήσεών μας, που, υποτίθεται, εξαρτώνται από τα πρώτα…
Ένα σχόλιο ακόμα για το ισχύον εκλογικό δίκαιο: Ανάμεσα στις προβλέψεις του εν λόγῳ π.δ., περίοπτη θέση καταλαμβάνει το άρ. 99 παρ. 1, το οποίο προβλέπει το περίφημο εκλογικό όριο του 3%. Το όριο αυτό θεωρώ ότι παραβιάζει τοὐλάχιστον δύο συνταγματικές διατάξεις. Πρώτον, είναι οφθαλμοφανής η παραβίαση της αρχής της ισότητας της ψήφου: όλες οι ψήφοι είναι ίσες, εάν και μόνον εάν όμως ο συνδυασμός υπέρ ου ερρίφθη η ψήφος υπερβῄ το 3%. Δεύτερον και ίσως ακόμα πιο σημαντικό, παραβιάζεται το παθητικό εκλογικό δικαίωμα: δικαίωμα του εκλέγεσθαι δεν αναγνωρίζεται συνταγματικώς μόνο στο πλαίσιο συνδυασμών που πανελλαδικά συγκεντρώνουν άνω του 3%, αλλά και αυτοτελώς. Όταν όμως καμιά (ή σχεδόν καμία) εκλογική περιφέρεια δεν συγκεντρώνῃ αυτό το ποσοστό, ο πολίτης υποχρεώνεται εκ του νόμου, όχι όμως εκ του συντάγματος, να ενταχθῄ σε κάποιο συνδυασμό αντί να εκτεθῄ ως ανεξάρτητος. Ένα εκλογικό σύστημα όμως που «επιτρέπει» στον πολίτη να κατέλθῃ ως ανεξάρτητος, του απαγορεύει όμως να εκλεγῄ δεν μπορεί να συνᾴδῃ με το Σύνταγμα.
Για τους λόγους αυτούς, που κάπως συνοπτικά ανέπτυξα εδώ, τάσσομαι όχι απλά υπέρ του αναλογικού εκλογικού συστήματος, αλλά υπέρ αυτού ως μόνου επιβαλλόμενου συνταγματικώς.
