Το ζήτημά μου όμως δεν είναι αυτό και θέλω να το ξεκαθαρίσω εξαρχής. Δεν συζητώ ένα θέμα αισθητικής ή πολιτικής φύσης. Δεν με ενδιαφέρει αν το κάψιμο της σημαίας είναι εθνικιστικό ή διεθνιστικό, αν είναι ευγένεια ή αγένεια, αν θα διώξῃ τις βάσεις του θανάτου ή θα πετάξῃ τους Τούρκους στην θάλασσα της Κερύνειας. Αδιαφορώ πλήρως, καθόσον αφορᾴ την παρούσα θεματική, αν καίνε την σημαία οι φασίστες ή οι μασίστες, οι αναρχοαυτόνομοι ή οι αναρχοχαρούμενοι. Το μόνο που διαφέρει εδώ νομικώς είναι ποιος βλάπτεται από μια τέτοια συμπεριφορά.
Για να έχουμε μια πρώτη σχετική εποπτεία, τα σχετικά άρθρα είναι τα άρ. 155 και 181 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία έχουν ως εξής:
Άρ. 155 – Προσβολή συμβόλων ξένου κράτους. Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία ή έμβλημα της κυριαρχίας ξένου κράτους που τελεί σε ειρήνη με την Eλλάδα και είναι αναγνωρισμένο από αυτήν ή διακόπτει ή ηχητικά παρεμποδίζει τη δημόσια ανάκρουση του εθνικού του ύμνου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, εφόσον η αμοιβαιότητα είναι εξασφαλισμένη τόσο κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξης, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασής της. H δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση της ξένης κυβέρνησης.
‘Αρ. 181 – Προσβολή συμβόλων του ελληνικού Kράτους. Όποιος, για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του Kράτους ή έμβλημα της κυριαρχίας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.
Δύο πρόχειρες παρατηρήσεις: Αξιοσημείωτο ασφαλώς είναι το γεγονός ότι η ελληνική νομοθεσία εν μέρει προστατεύει περισσότερο τα αλλοδαπά σύμβολα, εφόσον απαγορεύεται ακόμη και η διακοπή ή παρεμπόδιση της ανάκρουσης του αλλοδαπού εθνικού ύμνου! Από την άλλη πλευρά βέβαια η ποινή είναι σαφώς ηπιώτερη όταν προσβάλλωνται τα αλλοδαπά σύμβολα (φυλάκιση μέχρι έξι μηνών έναντι φυλάκισης μέχρι δύο ετών), ενῴ τίθενται και κάποιοι μάλλον αυτονόητοι περιορισμοί (αρχή αμοιβαιότητας, αίτηση δίωξης της αλλοδαπής κυβέρνησης). Απαραίτητο σε κάθε περίπτωση είναι το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου της εκδήλωσης μίσους ή περιφρόνησης, το οποίο θα επικαλεστώ αφειδώς στην επιχειρηματολογία μου στην συνέχεια.
Ποιος βλάπτεται λοιπόν; Ασφαλώς θα προκαλήται κάποια πολύ σπουδαία βλάβη, ώστε να δικαιολογήται η πολυτέλεια δύο διατάξεων στον Ποινικό Κώδικα. Το ξένο κράτος τάχα ή η πολιτειακή εξουσία, όπως φαίνεται από τον τίτλο των αντίστοιχων κεφαλαίων του Ποινικού Κώδικα; Τι να πω, δεν έχω ιδέα. Όζουν ψευδεγκλήματος οι διατάξεις.
Να μια μικρή σκέψη όμως: σύμφωνα με το άρ. 8 παρ. 11 περ. ε΄ Ν. 851/1978 «η Εθνική Σημαία... δεν απορρίπτεται εις τα άχρηστα, αλλά αντικαθιστάμενη λόγῳ παλαιότητας, καταστρέφεται κατά προτίμησιν διά της πυράς» Με λίγα λόγια δηλαδή, η ίδια ακριβώς αντικειμενική συμπεριφορά, το κάψιμο της σημαίας, οτέ μεν τιμωρείται από τον ποινικό νόμο, οτέ δε όχι μόνον δεν τιμωρείται, αλλά επιβάλλεται και ως υποχρεωτικός τρόπος καταστροφής της σημαίας! Και το μόνο που διαχωρίζει τις δύο περιπτώσεις και δικαιολογεί δήθεν το χάος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην δεοντολογική τιμή «απηγορευμένο» και την δεοντολογική τιμή «επιτρεπόμενο» είναι ακριβώς το μίσος και η περιφρόνηση. Και πέραν τούτου ουδέν.
Είναι πολύ δύσκολο νομίζω να βρεθῄ στην ποινική μας νομοθεσία πιο κρυστάλλινη περίπτωση δίωξης του φρονήματος και όχι της πράξης καθ’ αυτήν, αλλά απλώς και μόνον εξ αφορμής της, κατά παράβασιν της αρχής με την οποία γαλουχήθηκαν γενιές νομικών: cogitationis poenam nemo patitur. Και detestationis θα προσέθετα.
Γλαύκα εις Αθήνας και λαδοτύρι στον Μανταμάδο κομίζω βέβαια λέγοντας ότι μια τέτοια διάταξη αντίκειται στο άρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι απαραίτητη προϋπόθεση του εγκλήματος είναι η ύπαρξη πράξης, και ως εκ τούτου είναι συνταγματική υποχρέωση κάθε δικαστή να μην την εφαρμόζη κατ’ άρ. 87 παρ. 2 Συντ.
Δεν είναι όμως μόνο αυτό το πρόβλημα. Ακόμη και αν υποθέταμε ότι προστατεύεται από προσβολή κάποιο πραγματικό έννομο αγαθό, η απόφαση της εγκληματοποίησης θα έπρεπε να ληφθῄ μετά ενδελεχή στάθμιση με το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και μάλιστα με τον πυρήνα ίσως του δικαιώματος που συνιστᾴ η ελευθερία της πολιτικής έκφρασης. Όπως δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε ένα σύνθημα, μια χειρονομία, ένα εμβατήριο (ας μην σχολιάσω επί του παρόντος το θλιβερό άρ. 86a του γερμΠΚ), έτσι πρέπει ο δημοκρατικός νομοθέτης να είναι πάρα πολύ επιφυλακτικός ως προς την δίωξη τέτοιων συμβολικών πράξεων, στρεφόμενων υποτίθεται κατά κάποιων νεφελωδών κρατικών εννόμων αγαθών, την στιγμή που η απαγόρευση προσβάλλει την πολύ συγκεκριμένη ελευθερία πολιτικής έκφρασης του κάθε πολίτη. In dubio pro libertate!
Και όμως το πράγμα θα μπορούσε να μην έχῃ έτσι στην καθ’ ημάς ανθυπομέτρια νομική πραγματικότητα. Αρκεί να διευρύνουμε λίγο την νομική μας αντίληψη και να στρέψουμε το φιλοπερίεργο βλέμμα μας ως άλλοι Οδυσσείς στον νόον του αμερικανικού Supreme Court, όπως εκφράστηκε στην προσωπική μου αγαπημένη απόφαση Texas vs Johnson το 1989. Στην περίπτωση εκείνη κάποιος Μαοϊστής έκαψε την αμερικανική σημαία έξω από το συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Ντάλλας. Το Supreme Court, έστω με την ισχνή πλειοψηφία 5-4, έκρινε ότι η ελευθερία του λόγου καλύπτει τέτοιες πράξεις και άφησε τον Ρένκβιστ και τους ομοίους του να κλαψουρίζουν για τα σύμβολα της εθνικής ενότητας, την προσωποποίηση του Έθνους και το δέος που νιώθουν ενώπιον της αστερόεσσας.
Και αφού άρχισα αναρχικά, θα κλείσω στρατοκαυλικά:
Προς την σημαία παρουσιάστε, αρμ!
Σημασία δεν έχει για το ευνομούμενο κράτος η σημαία καθ’ αυτήν∙ σημασία έχει αυτό που η σημαία αντιπροσωπεύει: την πολύτιμη ελευθερία να την καίω ή να της παρουσιάζω όπλα.