Το παρακάτω άρθρο δημοσιεύτηκε στο blog του Πολυτεχνίτη.
Τα σημερινά εθνικά κράτη στηρίζουν και νομιμοποιούν την ύπαρξή τους στη ιδεολογία του εθνικισμού, με την όποια μορφή αυτή επικράτησε κάποια στιγμή σε κάθε συγκεκριμένη χώρα.
Στην Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, τα εθνικά κράτη στηρίχθηκαν στον πολιτικό εθνικισμό, βασισμένο στον Διαφωτισμό, που δίνει βαρύτητα στο «κοινωνικό συμβόλαιο» και στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των ατόμων – υπηκόων. Το έθνος (nation) αντλεί την ταυτότητα και την ενότητά του από την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα παραπάνω και όχι από κάποια κοινά εθνοτικά ή πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Σαν αποτέλεσμα, το έθνος έχει πολιτική υπόσταση και είναι δημιούργημα της ελεύθερης βούλησης των ατόμων – μελών του, περιλαμβάνει δε όλους του πολίτες που ζουν μέσα στα όρια του εθνικού κράτους.
Από την άλλη μεριά, ο πολιτιστικός ή εθνοτικός εθνικισμός, γέννημα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και βασισμένος στον Ρομαντισμό, στηρίζεται στα κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά των πολιτών, στη γλώσσα, στην θρησκεία και στην καταγωγή, δηλαδή στην εθνότητα. Θεωρεί το έθνος σαν φυσική και εν πολλοίς μεταφυσική οντότητα, που μπορεί να τελεί «εν υπνώσει», να αφυπνίζεται, να έχει μια «ψυχή» και μια «αποστολή» και να υπάρχει ανεξάρτητα από τα «κύτταρά» του, δηλ. τους πολίτες. Η «Εθνική Γη» (Fatherland, Vaterland) έχει μια μυστικιστική αυτοτελή ύπαρξη στη «συλλογική συνείδηση» και ο αλυτρωτισμός είναι πολλές φορές άμεσα συνδεδεμένος με αυτή. Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, το έθνος συμπεριλαμβάνει μόνο όσους πληρούν τα εθνοτικά κριτήρια.και όπως θα μπορούσε να αναμένει κανείς, η ιστορική αφήγηση, οι γενεαλογικοί μύθοι καταγωγής και τα σύμβολα έχουν κεντρικό ρόλο στην ταυτότητα του έθνους. Αναπόφευκτα, η ιστορία σαν επιστήμη, αν δεν βολεύει, αμφισβητείται. Η εθνική ιστοριογραφία και η ιστορική επιστημονική αλήθεια συνήθως είναι δύο ετερόκεντροι κύκλοι που μόνο κατά τύχη τέμνονται.
Η δόμηση ενός εθνικού κράτους, σύμφωνα με τον πολιτικό εθνικισμό, είναι μια εθελοντική πολιτική διαδικασία ολοκλήρωσης, ενώ σύμφωνα με τον πολιτιστικό εθνικισμό είναι η ανάπτυξη και πραγμάτωση ενός προϋπάρχοντος στα άτομα – μέλη «εθνικού πυρήνα».
Η ιδεολογία που αποτέλεσε τη βάση της ύπαρξης των Βαλκανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, είναι ο πολιτιστικός εθνικισμός. Σαν αποτέλεσμα της διασποράς των πληθυσμών στην Βαλκανική χερσόνησο, εθνοτικές ομοιογένειες σπάνια υπήρχαν μέσα στα δημιουργηθέντα εθνικά κράτη. Λαμβανομένης όμως υπ΄όψιν της φύσης του πολιτιστικού εθνικισμού, τέτοιες διαφορές στα όρια του εθνικού κράτους δύσκολα γίνονταν αποδεκτές. Σαν αποτέλεσμα, ανταλλαγές πληθυσμών, εθνοκαθάρσεις, παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών, μη αναγνώριση της ύπαρξης μειονοτήτων και προσπάθεια αφομοίωσής τους αποτέλεσαν σημαντικό μέρος της ιστορίας των βαλκανικών κρατών ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν υπήρχε περίπτωση χρήσης των διαφόρων μειονοτήτων από γειτονικά κράτη σαν όχημα αλυτρωτικών επιδιώξεων.
Η κοσμοαντίληψη που αναπτύχθηκε στους πολίτες των κρατών αυτών, με την γαλούχηση από την παιδική τους ηλικία στις διδαχές του πολιτιστικού εθνικισμού, σε συνδυασμό με την επιφανειακή μόνο επιρροή των αρχών του Διαφωτισμού, εξηγεί όσα κατά καιρούς συμβαίνουν σ' αυτές τις χώρες. Στο όνομα της «εθνικής ομοιογένειας» πολλές φορές εγκλήματα παραβλέπονται ή δικαιολογούνται από τα ΜΜΕ και τους πολίτες, μειονότητες υφίστανται διακρίσεις ή και διωγμούς και πρόθυμα η ιστορία και η ονοματολογία προσαρμόζονται έτσι ώστε να εξυπηρετούνται οι αρχές στις οποίες στηρίζεται ο πολιτιστικός εθνικισμός. Στο «όνομα της πλειοψηφίας», ατομικά δικαιώματα μελών των μειοψηφιών καταπατούνται και θεωρείται περίπου λογικό και αναγκαίο αυτό από την πλειονότητα των πολιτών, αφού έτσι έχει διαμορφωθεί η κοσμοαντίληψή τους. (Πολλές φορές οι πολίτες αδυνατούν να κατανοήσουν ακόμη και ποια ακριβώς δικαιώματα είναι αυτά που καταπατούνται, όπως η ιστορία των ταυτοτήτων στην Ελλάδα τόσο αδρά ανέδειξε). Και όταν ο διεθνής περίγυρος και οι εξελίξεις δεν «υπακούουν» σε αυτή την κοσμοαντίληψη και δεν «εξηγούνται» από αυτήν, ελλείψει εναλλακτικών ερμηνευτικών θεωριών και αντιλήψεων, τις οποίες η εθνική «παιδεία» εξοστρακίζει και δαιμονοποιεί, ο μόνος τρόπος για να μην καταρρεύσει το όλο οικοδόμημα είναι η επινόηση θεωριών συνομωσίας και μόνη δυνατή αντίδραση είναι η αμυντική περιχαράκωση και η φοβική συμπεριφορά απέναντι σε κάθε ξένο και καινούριο, που αναπόφευκτα οδηγεί στην περιθωριοποίηση και στην παθητική αποδοχή όσων αναγκαστικά ερήμην τους αποφασίζονται, ακόμη κι αν αυτή η παθητική αποδοχή είναι καμουφλαρισμένη σαν αδιάλλακτη ρητορεία.
Κάτω από το πρίσμα των παραπάνω, η διαφορά ανάμεσα σε Ελλάδα και ΦΥΡΟΜ για το όνομα, είναι ευκολότερο να γίνει κατανοητή σαν αυτό που πραγματικά είναι. Μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολιτιστικούς εθνικισμούς για τα σύμβολα και την ιστορία. Για την διεθνή κοινότητα είναι παντελώς άσχετο το ποιος είναι απόγονος του Μ. Αλεξάνδρου (άλλωστε μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια, όλοι είναι απόγονοι όλων) ή το αν οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν Ελληνική συνείδηση ή όχι και οι ανάλογοι ισχυρισμοί προκαλούν θυμηδία και απορία, διότι απολύτως ουδεμία σχέση έχουν με το δικαίωμα ύπαρξης ενός κράτους ή με την ονομασία του. Οι δυτικοί βλέπουν τα πράγματα μέσα από το πρίσμα του πολιτικού εθνικισμού τους, ενώ οι βαλκάνιοι με τον εθνοτικό εθνικισμό με τον οποίον έχουν γαλουχηθεί, θεωρούν ότι αν αποδείξουν την «ιστορική συνέχεια» και την αυτοχθονία κέρδισαν το δικαίωμα της ύπαρξης και της ονομασίας.
Η Ελληνική εθνική ταυτότητα, από την εποχή του Παπαρρηγόπουλου, θεμελιώνεται στη θεώρηση της αρραγούς ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού από την Αρχαία Ελλάδα ως την σύγχρονη εποχή. Η Μακεδονία του Φιλίππου και του Αλέξανδρου είναι σημαντικό στοιχείο αυτής της συνέχειας. Η διεκδίκησή της συνεπώς από την ΦΥΡΟΜ, απειλεί να δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό σ' αυτή τη συνέχεια. Από την άλλη πλευρά όμως, η αλήθεια είναι ότι γενιές στην ΦΥΡΟΜ μεγάλωσαν με τις ιδέες του εθνοτικού «Μακεδονισμού» τους και τελευταία η σύνδεση αυτού του εθνοτισμού με την Αρχαία Μακεδονία έγινε πολύ πιο στενή απ΄ότι ήταν. Σήμερα είναι ένα έθνος που οικοδόμησε, έστω και πρόσφατα, την ύπαρξη του με τα ίδια υλικά, όπως οι υπόλοιποι λαοί των Βαλκανίων. Και σε αυτά τα υλικά δεν υπάρχει copyright, ενώ όπως αναφέραμε πιο πάνω, ούτως ή άλλως η επιστημονική ιστορική αλήθεια, γίνεται επιλεκτικά αποδεκτή από τους φορείς του πολιτιστικού εθνικισμού. Το να σταματήσουν να θεωρούν τους εαυτούς τους «Μακεδόνες», είναι ισοδύναμο με την κατεδάφιση της εθνικής τους ταυτότητας, αφού αυτή στηρίχθηκε όχι στις αρχές του πολιτικού αλλά του πολιτιστικού εθνικισμού. Κάτι τέτοιο γι' αυτούς είναι το ίδιο απαράδεκτο όσο ήταν για τους Έλληνες του 19ου αιώνα οι απόψεις του Φαλμεράγιερ. Και ανεξάρτητα από το πώς το βλέπουμε εμείς μέσα από το πρίσμα του δικού μας πολιτιστικού εθνικισμού, ο δικός τους εθνικισμός στα μάτια οποιουδήποτε τρίτου παρατηρητή, ούτε λιγότερο «αυθεντικός» ούτε λιγότερο «αληθινός» μπορεί να είναι, από τη στιγμή που το αποτέλεσμά του, η υποκειμενική εθνική συνείδηση και αυτοπροσδιορισμός, είναι το ίδιο υπαρκτή και αληθινή. Η σημερινή κοινωνική ανθρωπολογία γενικά δέχεται ότι το έθνος είναι μια φαντασιακή κοινότητα (με την έννοια του Anderson στο Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism) και ότι αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος που τα μέλη της βλέπουν αυτή την κοινότητα και την διαχωρίζουν από τον υπόλοιπο κόσμο (τον Άλλον). Αν θεωρείς ότι είσαι Μακεδόνας, είσαι, ό,τι και αν λέει οποιοσδήποτε άλλος.
Στο σημερινό κόσμο, μαζί με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών, υπάρχει και το δικαίωμα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού κατοχυρωμένο από το Διεθνές Κείμενο της Κοπεγχάγης του 1991 (από την τέως ΔΑΣΕ, και νυν ΟΑΣΕ) με υπογραφή και της Ελλάδας. Γι' αυτό είναι τόσο δύσκολο να πείσει η Ελλάδα την Διεθνή Κοινότητα για το δίκαιο των θέσεών της και ο μόνος λόγος που υπάρχουν σήμερα διαπραγματεύσεις για την ονομασία της ΦΥΡΟΜ, είναι η δυνατότητα που έχει η Ελλάδα για άσκηση βέτο σε διαφόρους οργανισμούς, κάτι που όμως, όπως σοφά έχει ειπωθεί, είναι πολύ πιο αποτελεσματικό σαν βραχυπρόθεσμη απειλή παρά σαν μακροπρόθεσμη υλοποίηση. Άλλωστε η διαιώνιση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο χώρες, το μόνο που θα πετύχει είναι η τροφοδότηση του εθνικού μύθου των γειτόνων με μια ακόμη ιστορία θυματοποίησης τους από την Ελλάδα και θα αποξενώσει τους δύο λαούς με ζημία και για τις δύο χώρες..
Τι μπορεί όμως να κάνει η Ελλάδα που δικαίως ή αδίκως ανησυχεί για τη χρήση στο μέλλον του ονόματος «Μακεδονία» από την ΦΥΡΟΜ; Πολύ λίγα φοβούμαι. Όποια ονομασία και να συμφωνηθεί, παντού στον κόσμο το γειτονικό κράτος θα εξακολουθήσει να αναφέρεται σαν «Μακεδονία» και η κυρίαρχη εθνότητά του σαν «Μακεδονική». Πλανάται όποιος νομίζει ότι μπορεί να υπαγορεύσει σε άλλα κράτη πως θα αποκαλούν κάποιο τρίτο κράτος ή στους πολίτες αυτού του κράτους πως θα αυτοαποκαλούνται. Εκτός και αν κάποιοι είναι έτοιμοι να πάρουν τα όπλα και να εκστρατεύσουν προς το Βορρά (θέση ακραία αλλά τουλάχιστον πιο ξεκάθαρη και συνεπής με τα ισχύοντα στον διεθνή χώρο, όπου μόνον είτε η δύναμη των όπλων είτε η διαπραγμάτευση και η αμοιβαία υποχώρηση οδηγούν σε μία κάποια λύση), είναι αστείο να λέμε ότι «δεν παραχωρούμε» «δεν χαρίζουμε» το όνομα Μακεδονία σε κανέναν, γιατί απλούστατα κανένας δε θα μας ρωτήσει και κανένας δε θα μας χρίσει ονοματοδότες κανενός.
Εκτός λοιπόν και αν επιθυμούμε ουσιαστικά ακόμα μία ήττα με το μανδύα της αδιάλλακτης στάσης (κάτι πάντως που εμφανώς η κοινωνία που ζούμε προτιμά σε μια σειρά από εθνικά θέματα, για να μην πούμε σε όλα, αποτέλεσμα και αυτό της αδιέξοδης και ξεπερασμένης κοσμοαντίληψης που καλλιεργείται στους πολίτες από παιδιά), το βάρος των διαπραγματεύσεων θα πρέπει να το δώσουμε όχι τόσο στο όνομα όσο στην διασφάλιση της επιρροής στο γειτονικό κράτος και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση και κατά το δυνατόν αφαίρεση του αλυτρωτικού παράγοντα (1) από την οικοδόμηση του γειτονικού εθνικού κράτους, από τους μύθους, την ιστορική αφήγηση και τα σύμβολα που στηρίζουν τον δικό τους πολιτιστικό εθνικισμό.
----------------------------------
(1) Στα μάτια του γράφοντα, οι «φόβοι» για τον αλυτρωτισμό των βορείων γειτόνων μας είναι φοβίες χωρίς καμία βάση, αφορούν ένα αλυτρωτισμό γραφικής φύσεως, παρόμοιο με την δική μας Κόκκινη Μηλιά. Η χάραξη των συνόρων, ακόμη και στη σημερινή εποχή, αντλεί τη νομιμοποίησή της από τα ήδη παραδεκτά και διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα και κάποιες φορές από την δημογραφική σύσταση της περιοχής. Πού λοιπόν μπορεί να στηριχθεί ο οποιοσδήποτε αλυτρωτισμός, αν οι «ανησυχούντες» δεν θεωρούν ότι πράγματι υπάρχει σημαντικά πολυπληθής μειονότητα με «σλαβομακεδονική» συνείδηση στην Ελληνική Μακεδονία και αυτή επιδιώκει την απόσχιση σύμφωνα με το παράδειγμα των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου; Σ'ένα όνομα «αδειανό», ερήμην του λαού που κατοικεί στην περιοχή; Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν γελοίος ακόμη και στα μάτια ενός ακραίου «πολιτιστικού εθνικιστή», γι αυτό και οι γραφικοί αλυτρωτιστές των Σκοπίων διανθίζουν την προπαγάνδα τους με τον ισχυρισμό ότι στην Ελληνική Μακεδονία ζουν «ένα εκατομμύριο (σλαβο)μακεδόνες». Αν δεν υιοθετούμε ένα τέτοιο αστείο ισχυρισμό, τι έχουμε να φοβηθούμε; Ένα λαό φάντασμα;