Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις στο Παλαιστινιακό ζήτημα - παρά μόνο για τους φανατικούς και τους παράφρονες.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η όποια λύση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη συνύπαρξη δύο κρατών – ενός Ισραηλινού κι ενός Παλαιστινιακού, καθώς και την έμπρακτη αφοσίωση και των δύο πλευρών στις ιδέες της ειρήνης και της συνύπαρξης. Κι ενώ όλος ο πλανήτης αντιλαμβάνεται την περιπλοκότητα του ζητήματος, η κυρίαρχη αντίληψη στη χώρα μας φαίνεται να περιορίζεται στο – στα όρια του ανόητου – απλοϊκό κλισέ: «οι αιμοδιψείς Ισραηλινοί σφάζουν πάλι χιλιάδες Παλαιστίνιους στη Λωρίδα της Γάζας».
Στο Σουδάν, το Κονγκό, τη Σομαλία, οι νεκροί μετριούνται στις εκατοντάδες χιλιάδες. Σχεδόν σε όλο τον Αραβικό κόσμο οι γυναίκες βιώνουν καθημερινά τη σκλαβιά και την εξαθλίωση. Η ανελευθερία, η φτώχεια και η βαρβαρότητα κυριαρχούν σε πολύ περισσότερες περιοχές του κόσμου μας απ’ ότι η συνείδησή μας θα έπρεπε να επιτρέπει. Κι όμως. Οι δήθεν ειρηνιστές συμπολίτες μας, που με μεγάλη ευκολία υποστηρίζουν τον κάθε Ισλαμιστή ρουκετοφόρο, παραμένουν σιωπηλά αδιάφοροι. Υποπτεύομαι ότι πίσω από αυτό το φαινομενικά παράδοξο κρύβεται δυστυχώς η πραγματική εξήγηση του τόσο μεγάλου ενθουσιασμού του δήθεν φιλοπαλαιστινιακού κινήματος στη χώρα μας.
Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, οι «τοκογλύφοι» Εβραίοι έπιναν το αίμα μικρών παιδιών και συνωμοτούσαν ενάντια σε κάθε τι Καλό. Σήμερα, οι Εβραίοι - που ελέγχουν το τραπεζικό σύστημα, κινούν τα νήματα του καπιταλισμού και ελέγχουν την εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α. – δεν έχουν άλλο στόχο παρά την ανεξέλεγκτη σφαγή αθώων Παλαιστινίων. Ανάμεσα στους Εβραίους και τον οποιονδήποτε άλλο, η επιλογή είναι απλή - δε χρειάζεται καν μελέτη των γεγονότων ή προβληματισμός.
Ο δήθεν φιλοπαλαιστινιακός ειρηνισμός των πολιτικών άκρων της χώρας μας αποτελεί απλά τη μασκαρεμένη αναβίωση του αντισημιτισμού των πολιτικών άκρων του προηγούμενου αιώνα. Τότε, Χίτλερ και Στάλιν εξοντώσανε εκατομμύρια Εβραίων από το πρόσωπο της γης με την ανοχή των υποστηρικτών τους. Σήμερα, οι διάδοχοί τους υποστηρίζουν όσους επιδιώκουν τη συνέχιση αυτού του εφιαλτικού εγκλήματος.
Ο Εβραίος νομπελίστας Άμος Οζ σημειώνει (Άμος Οζ, Κατά του Φανατισμού, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005) πολύ εύστοχα:
Όταν ο πατέρας μου ήταν μικρός στην Πολωνία, οι δρόμοι της Ευρώπης ήσαν γεμάτοι από συνθήματα στους τοίχους: «Εβραίοι, πηγαίνετε πίσω στην Παλαιστίνη». Ή, μερικές φορές με ακόμη χειρότερα, του τύπου: «Βρομεροί Εβραίοι, πηγαίνετε στα τσακίδια, στην Παλαιστίνη». Όταν ο πατέρας μου επισκέφτηκε ξανά την Ευρώπη ύστερα από πενήντα χρόνια, οι τοίχοι ήσαν καλυμμένοι από νέα συνθήματα: «Εβραίοι, έξω από την Παλαιστίνη».


Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ένα σταθερό μοτίβο στον λόγο όσων επιδοκιμάζουν τις πρόσφατες ταραχές που ζήσαμε με πρόσχημα την θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ειδικά από όσους προσπάθησαν να καπηλευτούν πολιτικά μια αρχικά αυθόρμητη συναισθηματική αντίδραση. Έτσι φτάσαμε να ακούμε εβήφους να αναπαράγουν σαν κασετόφωνα συναισθηματικά συνθήματα, ξεπερασμένα ήδη από την εποχή που οι γονείς τους ήταν έφηβοι. Το πολιτικό μάρκετινγκ των καπηλευτών ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακό. Εξάγνισαν τον καταστροφικά οπισθοδρομικό πολιτικό τους λόγο, βαζοντάς τον στο στόμα μερικών μικρών παιδιών, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται η απόλυτη οπισθοδρομικότητα της κομμουνιστογενούς αριστεράς ως πολιτικό αίτημα της νεολαίας (άσχετα αν τελικά εκφράζει μια ελάχιστη μειοψηφία) και ταυτόχρονα να εξιδανικεύεται λόγω της εξιδανικευμένης αντίληψης της κοινωνίας για τους νέους φορείς της. Πρόκειται με λίγα λόγια για μια συναισθηματικής ασπίδας απέναντι στην ορθολογική κριτική των ίδιων των προτάσεων της κομμουνιστογενούς αριστεράς.
Αυτό τελικά επιτρέπει στους εξυμνητές του "ευγενούς άγριου", των παιδιών στην περίπτωσή μας, να ταυτίσουν την κριτική τους απέναντι στην κοινωνία με ένα ακαταμάχητο συναισθηματικό πρότυπο. Η ρομαντική αυτή αντίληψη είναι τόσο διαδεδομένη στην κοινωνία, που πολύ εύκολα παρακάμπτονται οι άμυνές της απέναντι στο περιεχόμενο του πολιτικού λόγου και των αιτημάτων των υποτιθέμενων πολιτικών εκφραστών των νέων, δηλαδή την αμφιβολία και την κριτική σκέψη. Αντί να κρίνουμε ορθολογικά, οι κραυγές των ΜΜΕ μας καλούν να "κατανοήσουμε" τους νέους, δηλαδή να αποδεχθούμε εκ των προτέρων το σύνολο των πλανών του πολιτικού λόγου των καπηλευτών. Ο δημόσιος διάλογος δεν επικεντρώνεται στην ορθολογική υπεράσπιση ή αποδόμηση του λόγου τους, αλλά στα εξιδανικευμένα και απρόσβλητα χαρακτηριστικά της νεότητας. Για να "αντιστέκεται" στον "νεοφιλελευθερισμό", με την γροθιά υψωμένη, μια νεαρή κοπελίτσα (εκφραστής της μη-αμφισβητήσιμης από κανέναν πλάνης του "ευγενούς άγριου"), σίγουρα πολεμάει κάτι έχει "μολύνει" την κοινωνία μας, αλλά όχι ακόμα την ίδια. Ένα δεκαπεντάχρονο μπροστά σε ένα οδόφραγμα με φλόγες είναι η καλύτερη συναισθηματική νομιμοποίηση της πολιτικής βίας.
Η μετάφραση μετά από 48 χρόνια του
Οι
Η 
























